Ο Γιώργος Μαζωνάκης
και η υποκριτική μας έκπληξη
Η είδηση για τον Γιώργο Μαζωνάκη διαδόθηκε αστραπιαία. Δεν γινόταν αλλιώς. Ο Μαζωνάκης είναι δημοφιλής, αγαπητός, πολύ καλός τραγουδιστής, με μεγάλες επιτυχίες. Είναι αυτός που ενώνει τους έντεχνους με τους εμπορικούς- ο Μαζωνάκης έχει ασυλία.
Είναι εντυπωσιακό που συνεχίζουμε να δηλώνουμε κατάπληκτοι και να αλληλοκατηγορούμαστε για τη δημοσιοποίηση της ιδιωτικής ζωής των διασήμων όπως συνέβη με τον εγκλεισμό του Μαζωνάκη σε ψυχιατρική κλινική. Αφού η ιδιωτικότητα δεν υφίσταται πώς γίνεται να δηλώνουμε κάθε τόσο εμβρόντητοι, να γινόμαστε έξαλλοι με τη διαρροή και να σοκαριζόμαστε με την περιέργεια που μετατρέπεται σε αγριότητα; Υποκρισία; Βλακεία; Εθελοτυφλία;
Υποκρισία: ζούμε σε μια κοινωνία που καταναλώνει μανιωδώς κουτσομπολιό, αλλά ταυτόχρονα καταγγέλλει την παραβίαση της ιδιωτικότητας, για να νιώθει ηθικά ήσυχη.
Βλακεία: προσπερνάμε το αυτονόητο, ότι μίντια και κοινωνικά δίκτυα έχουν χτίσει μια βιομηχανία πάνω στην αδιακρισία της προσωπικής ζωής.
Εθελοτυφλία: παριστάνουμε ότι «κάθε φορά είναι η πρώτη φορά», γιατί αλλιώς θα έπρεπε να αποδεχτούμε ότι συμμετέχουμε κι εμείς στο ίδιο δηλητηριώδες οικοσύστημα ως κοινό.
Η ιδιωτικότητα έχει πεθάνει, ή τουλάχιστον έχει γίνει εξαιρετικά εύθραυστη. Είναι οξύμωρο πάντως στην εποχή που όλοι μιλάνε για «δικαιώματα» κανείς να μην υπερασπίζεται το πιο στοιχειώδες δικαίωμα: το να μην εκτίθεται κάποιος χωρίς τη θέλησή του. Σε μια εποχή που συγχέει την εξομολόγηση με την αυθεντικότητα και την επιτήρηση με την ασφάλεια τα όρια μεταξύ ιδιωτικότητας και καταστρατήγησης είναι ασαφή.
Ζούμε σε έναν κόσμο γεμάτο από κάμερες. Έβλεπα τις προάλλες στο Netflix το ντοκιμαντέρ Επίθεση στο Λονδίνο: Κυνηγώντας τους Βομβιστές της 7/7- για τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο μετρό του Λονδίνου που στοίχισε τη ζωή σε 52 ανθρώπους το 2005. Οι αρχές χρησιμοποίησαν υλικό από κάμερες CCTV για να εντοπίσουν τους δράστες των επιθέσεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2022 από την εταιρεία Clarion Security Systems, ο αριθμός των καμερών CCTV στο Λονδίνο ξεπερνά τις 942.000, με αναλογία περίπου 1 κάμερα για κάθε 10 κατοίκους. Παρόλα αυτά εξακολουθούμε να κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας με τη σκέψη ότι «υπάρχει μια ιδιωτική σφαίρα που μου ανήκει και δεν θα παραβιαστεί». Όταν αυτή η σφαίρα παραβιάζεται, δεν μας εκπλήσσει το γεγονός καθεαυτό, αλλά το ότι συνέβη σε αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Ελπίζουμε πως «σε εμάς ή στους δικούς μας δεν θα τύχει».
Επαναλαμβάνουμε συνεχώς στις συζητήσεις μας ότι «η ιδιωτικότητα έχει χαθεί, ή δεν έχει σημασία πια». Στην πράξη όμως, κάθε φορά που συμβαίνει κάτι τόσο προσωπικό (όπως ένας εγκλεισμός σε ψυχιατρική κλινική) παγώνουμε. Άλλο να το δηλώνεις θεωρητικά, κι άλλο να το διαπιστώνεις σε πραγματικό πρόσωπο. Η έκπληξη λειτουργεί και σαν άλλοθι. Αντί να παραδεχτούμε πως είμαστε συνένοχοι (ως κοινό που καταναλώνει ειδήσεις για τις πιο ευάλωτες στιγμές ενός ανθρώπου), λέμε: «Ω, μα πώς έγινε αυτό;». Το σοκ μας απαλλάσσει προσωρινά από τις τύψεις της συνενοχής.
Στις μέρες μας η οικειότητα δεν είναι πλέον κάτι που μοιραζόμαστε με λίγους, αλλά κάτι που συχνά εκθέτουμε σε πολλούς (π.χ. μέσω κοινωνικών δικτύων). Γεννιόμαστε και πεθαίνουμε κυριολεκτικά στα σόσιαλ: η βάφτιση, η πρώτη μέρα στο σχολείο, η εφηβεία, τα ταξίδια, οι γονείς, οι αρρώστιες, ο πόνος, τα γέλια, τα γενέθλια, ο γάμος, το διαζύγιο, τα βάσανα, οι χαρές, τα τοπία, τα κατοικίδιά μας, οι σκέψεις, τα όνειρά μας- όλη η ζωή σε φωτογραφίες και εξομολογήσεις, απόψεις, λεζάντες. Από τη μια απαιτούμε την ιδιωτικότητα, κι από την άλλη την υπονομεύουμε με χίλιους τρόπους. Το αποτέλεσμα: μια μόνιμη αντίφαση που παράγει συνεχώς «έκπληξη». Λέμε ότι «είμαστε ακόμα άνθρωποι που σοκαριζόμαστε», ενώ στην πραγματικότητα έχουμε συνηθίσει να παρακολουθούμε την κατάρρευση της ιδιωτικότητας των άλλων.
Γιατί καταναλώνουμε με βουλιμία τις ιδιωτικές ζωές των άλλων; Επειδή νιώθουμε ότι αποκτούμε πρόσβαση σε κάτι απαγορευμένο- αυτό δίνει μια ψευδαίσθηση δύναμης. Η δυστυχία του άλλου (ειδικά διάσημου) λειτουργεί εξισορροπητικά στη δική μας: «αν ταλαιπωρείται ακόμα και αυτός/αυτή, τότε δεν είμαι μόνος/η». Οι ζωές των διάσημων γίνονται σήριαλ που βλέπουμε σε «ζωντανή μετάδοση». Οι δραματικές στιγμές (ατυχήματα, καταρρεύσεις, εγκλεισμοί) είναι τα επεισόδια που μας κρατάνε καθηλωμένους. Υπάρχει και η πιο σκοτεινή πλευρά: μια σαδιστική απόλαυση στο να βλέπεις τα όρια του άλλου να καταρρέουν.
Στη δεκαετία του 90 κανονικοποιήθηκε η παραβίαση της ιδιωτικής ζωής των πλούσιων και διάσημων. Τότε ως διευθυντής στο Nitro δεν είχε σημασία το έργο κάποιου αλλά η ιδιωτική του ζωή- με ποιόν/αν τα έχει, ποιους άλλους διάσημους ξέρει, πώς χώρισε, που ξοδεύει τα λεφτά του, πού διασκεδάζει. Φτάνοντας στην υπερβολή αντιγράψαμε ένα περιοδικό του εξωτερικού κάνοντας άρθρο με τα σκουπίδια των ελλήνων διάσημων: τι πετάνε, τι τρώνε, τι φίρμες προτιμάνε, τι καταλαβαίνουμε από τα σκουπίδια τους; Τι έχουν οι πλούσιοι και διάσημοι που δεν έχουμε εμείς; Η Δύση ήταν παραδομένη μακαρίως στο κουτσομπολιό. Μέχρι την εμμονική καταδιώξη της Lady D από τους παπαράτσι που οδήγησε τελικά στο θάνατό της. Ήταν το σημείο καμπής. Για πρώτη φορά συζητήθηκαν το τίμημα της δημοσιότητας και οι συνέπειες της παραβίασης της ιδιωτικότητας. Εις μάτην. Η ζωή των σελέμπριτις είχε γίνει ήδη δημόσια περιουσία- ανεπιστρεπτί.
Ήταν Πρωτοχρονιά του 2001 όταν προβλήθηκε ο μεγάλος τελικός του πρώτου Big Brother μεταξύ Τσάκα και Πρόδρομου με τα μηχανάκια της AGB να παίρνουν φωτιά και να καταγράφουν εξωπραγματικά ποσοστά τηλεθέασης (80%). Ξαφνικά και η ιδιωτική ζωή των απλών ανθρώπων έγινε προϊόν θέασης. Ακολούθησαν τα κοινωνικά δίκτυα μετά το 2005 (Facebook, Instagram, Twitter): το τέλος της ιδιωτικότητας δεν ήταν πια «κάτι που κάνουν οι παπαράτσι», αλλά κάτι που κάνουμε εμείς οι ίδιοι με τη θέλησή μας. Από το 2010 και μετά, οποιοσδήποτε μπορεί να καταγράψει και να ανεβάσει οτιδήποτε με το κινητό του. Δεν χρειάζεται πια ένας δημοσιογράφος, ή φωτογράφος για να εκτεθεί κάποιος. Εκτιθέμεθα μόνοι μας. Ζούμε σε έναν κόσμο που οι τεχνολογικοί γίγαντες γνωρίζουν περισσότερα για εμάς απ’ ό,τι γνωρίζουμε εμείς για τον εαυτό μας (μέσω AI, big data, αλγορίθμων). Και από δίπλα τα κράτη είναι οι μεγάλοι ωφελημένοι: μπορούν να παρακολουθούν, να προλαμβάνουν, να τιμωρούν με τη συναίνεση των πολιτών που «θυσιάζουν ιδιωτικότητα για ασφάλεια».
Το 2009, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος της Google, Eric Schmidt, δήλωσε: «Αν έχετε κάτι που δεν θέλετε να γνωρίζει κάποιος, ίσως δεν θα έπρεπε να το κάνετε εξαρχής». Ήταν το είδος της απειλητικής, τεχνοκρατικής παρατήρησης που αποτυπώνει με ακρίβεια την εποχή μας- μια εποχή που η ιδιωτικότητα αντιμετωπίζεται λιγότερο ως δικαίωμα και περισσότερο ως αιτία υποψίας- τι έχεις να κρύψεις; Το «τέλος της ιδιωτικότητας» δεν είναι μόνο πολιτικό ή τεχνολογικό φαινόμενο. Είναι και ψυχικό βάρος: μας μετατρέπει σε ηθοποιούς της ίδιας μας της ζωής πάνω σε μια σκηνή που ποτέ δεν αδειάζει.
Το αποτέλεσμα είναι ένας πολίτης που όχι μόνο παρακολουθείται, αλλά προσφέρει ο ίδιος τον εαυτό του στην παρακολούθηση. Κι εκεί επιστρέφουμε στο παράδοξο με το οποίο ξεκίνησα: γιατί ενώ «ξέρουμε» ότι η ιδιωτικότητα έχει χαθεί, εξακολουθούμε να εκπλησσόμαστε κάθε φορά; Ίσως γιατί η ίδια μας η ταυτότητα είναι αυτή τη στιγμή συνυφασμένη με την ιδέα ότι «κάποιος (μας) βλέπει».
Αυτό που παίζεται δεν είναι μόνο τα δεδομένα μας, αλλά η δυνατότητα να κρατήσουμε ένα δωμάτιο για τον εαυτό μας• έναν χώρο που δεν φωτίζεται από κάμερες, δεν μετριέται από like, δεν καταπατιέται από διαρροές. Ο Μαζωνάκης που αγαπάμε δικαιούται το δικό του δωμάτιο, όπως κι εμείς. Ένα δωμάτιο χωρίς το ανελέητο φως που θέλει να τον εκθέσει. Χωρίς ιδιωτικότητα δεν μένει χώρος για εσωτερική ζωή, μόνο μια συνεχώς φωτισμένη σκηνή όπου όλοι κοιτάζουν όλους. Ίσως χρειάζεται να θυμηθούμε πως η ελευθερία αρχίζει από την απλή, σιωπηλή δυνατότητα να υπάρχουμε χωρίς μάρτυρες.



Είμαστε όλοι εν δυνάμει Γιώργος Μαζωνάκης οπότε σιωπή και σεβασμός.
Τίποτα λιγότερο.