Ζούμε ή απλώς αντέχουμε;
Παρατηρώντας την κοινωνία μας
Ξεκίνησε η δίκη για τα Τέμπη μέσα σε άθλιες συνθήκες και με την κοινή πεποίθηση ότι επίκειται συγκάλυψη- τα γεγονότα πριν τη δίκη είναι ενδεικτικά. Επί 7 περίπου χρόνια η χώρα έχει εγκλωβιστεί σε μια πρωτοφανή δίνη σκανδάλων, διαφθοράς, υποβάθμισης όλων των θεσμών, υποκλοπών, κουρελιάσματος της δικαιοσύνης. Και από δίπλα φτωχοποίηση, ακρίβεια, άστεγοι, κατάθλιψη, απάθεια, νάρκωση. Καμία αντίδραση. Ένα πείραμα που μετράει την αντοχή μας. Θα σπάσουμε; Θα αντιδράσουμε; Πότε;
Φαίνεται να αντέχουμε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Γιατί; Προσπαθώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει. Τι μας συμβαίνει.
Ναι εντάξει, κόπωση και διάψευση- «βγήκαμε στους δρόμους αλλά δεν άλλαξε τίποτα». Ναι, η μεγάλη πίεση μας σπρώχνει στην επιβίωση: δουλειά, οικογένεια, καθημερινότητα- «εγώ θα βγάλω το φίδι από την τρύπα;». Ναι, τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν κύματα αγανάκτησης, αλλά σπάνια συλλογική δράση-ο θυμός εκτονώνεται σε κύκλους. Ναι, παντελής έλλειψη εναλλακτικής.
Η ελληνική κοινωνία έχει μια τεράστια ικανότητα (ή εργοστασιακό ελάττωμα;) να συνηθίζει και να ανέχεται αδιανόητες καταστάσεις.
Κι εδώ παύω να γενικεύω και αναρωτιέμαι: η ελληνική κοινωνία είναι πραγματικά απαθής, ή υπάρχει μια σιωπηλή οργή που ακόμη δεν έχει βρει μορφή;
Απαντάω: σιωπηλή οργή σίγουρα. Και αμέσως μετά, όλο και πιο συχνά τον τελευταίο καιρό, αμφιβάλλω αν αυτή η οργή είναι γενικευμένη. Αν οι περισσότεροι κάτοικοι αυτής της χώρας συμμερίζονται ότι η Ελλάδα βρίσκεται στο σημείο μηδέν της παρακμής και της κατάπτωσης. Μήπως η οργή και ο θυμός δεν υπάρχουν με τέτοια ένταση εκτός του προσωπικού μου κύκλου, των φίλων και των γνωστών ή όσων μοιραζόμαστε τις απόψεις μας στα κοινωνικά δίκτυα; Μήπως η αίσθηση ότι «όλοι σκέφτονται έτσι», είναι πλαστή; Μήπως βγαίνοντας λίγο έξω από τον κύκλο μου, υπάρχει μια πιο σύνθετη κοινωνία που δεν συμμερίζεται την κατάρρευση;
Και πιο άμεσα: αναρωτιέται αν η αίσθηση που έχω για την κοινωνία είναι πραγματική ή απλώς ένα ηχείο του περιβάλλοντός μου.
Πολλοί είναι όντως θυμωμένοι, αλλά ο θυμός τους δεν μετατρέπεται σε πολιτική δράση. Εκτονώνεται σε ιδιωτικό επίπεδο: με έντονες συζητήσεις, αποχή, ειρωνεία. Μια κοινωνία θυμωμένη και ακίνητη ταυτόχρονα. Η ελληνική κοινωνία έχει γίνει κυνική και άπραγη. Αυτό το αίσθημα το περιέγραψε πολύ εύστοχα ο Christopher Lasch στην Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, όταν μιλούσε για την κοινωνία του κυνισμού.
Στην διάρκεια της Ιστορίας σχεδόν πάντα υπήρχε μια μειοψηφία ανήσυχων ανθρώπων που ένιωθαν πιο έντονα τις κρίσεις της εποχής τους. Οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχιζαν τη ζωή τους. Το να ανησυχείς, να το γράφεις και να το αισθάνεσαι είχε και έχει ένα μεγάλο τίμημα: νιώθεις ότι οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν το επείγον των περιστάσεων.
Τελευταία βλέπω παραίτηση. Ανθρώπους στο δρόμο που δεν βλέπουν καν ο ένας τον άλλο. Στην κοινωνική ψυχολογία υπάρχει μια έννοια που χρησιμοποιείται συχνά για τέτοιες καταστάσεις: μαθημένη αδυναμία (learned helplessness). Την ανέπτυξε ο Martin Seligman. Περιγράφει μια κατάσταση στην οποία οι άνθρωποι, αφού βιώσουν επανειλημμένα ότι οι προσπάθειές τους δεν αλλάζουν τα πράγματα, αρχίζουν να πιστεύουν ότι τίποτα δεν έχει νόημα να δοκιμάσουν.
Δεν είναι ότι δεν βλέπουν το πρόβλημα. Είναι ότι δεν πιστεύουν πια ότι οποιαδήποτε δράση θα έχει αποτέλεσμα.
Η Ελλάδα πέρασε μια δεκαετία οικονομικής κρίσης, διαδοχικές πολιτικές διαψεύσεις με την αριστερά, την επιδημία του κόβιντ και συνεχίζει να περνάει οικονομική πίεση, αίσθηση αβοηθησίας, ακρίβεια και κατάρρευση της δικαιοσύνης, που θα μπορούσε αν λειτουργούσε να λειτουργήσει θεραπευτικά.
Η κοινωνία συνεχίζει να λειτουργεί φαινομενικά, αλλά ψυχικά έχει αποσυρθεί. Οι πολίτες περιορίζουν τις φιλοδοξίες και τα όνειρά τους στον μικρόκοσμό τους, γιατί δεν πιστεύουν ότι μπορούν να επηρεάσουν τον δημόσιο βίο.
Όχι, αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινωνία είναι νεκρή.
Η παραίτηση έχει ένα παράξενο χαρακτηριστικό: μπορεί να διαρκεί χρόνια και ξαφνικά κάτι να αλλάζει. Στην Ελλάδα αυτό το είδαμε πολλές φορές. Για παράδειγμα πριν από το Δεκέμβριο 2008 στην Ελλάδα η κοινωνία φαινόταν σχετικά ήρεμη, και ξαφνικά ξέσπασε ένα τεράστιο κύμα οργής μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Το ίδιο και σε άλλες ιστορικές στιγμές: πριν από την Εξέγερση του Πολυτεχνείου λίγοι θα υπέθεταν ότι βράζει η κοινωνία. Το ίδιο και με την Πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ή ακόμα και την Αραβική Άνοιξη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Για να μην αναφέρω το περίφημο πρωτοσέλιδο του Monde μερικές βδομάδες πριν ξεσπάσει ο Μάης του 68 με τίτλο: «Η Γαλλία πλήττει»
Σε περιόδους κοινωνικής παραίτησης, οι άνθρωποι που γράφουν, σκέφτονται και επιμένουν στον δημόσιο λόγο παίζουν έναν σημαντικό ρόλο επειδή κρατάνε ζωντανή τη γλώσσα της κριτικής μέχρι να επαναφορτιστεί η κοινωνία.
Να το πω κι αλλιώς: ιστορικά, είτε συμφωνεί κανείς με τις ιδέες τους είτε όχι, οι κοινωνίες αλλάζουν από ανθρώπους που αρνούνται να ησυχάσουν μέσα τους.
Και ναι μεν στη μικρή μας Ελλάδα, τη βασανισμένη από εχθρούς και φίλους και πολλές φορές από τους ίδιους τους πολίτες και τους κυβερνήτες της η απογοήτευση φτάνει μέχρι το κόκαλο, αλλά αυτό που ζούμε είναι πιο βαθύ επειδή ταυτόχρονα συνειδητοποιούμε με αγωνία ότι όχι μόνο η χώρα μας αλλά ολόκληρος ο κόσμος δεν έχει πια προσανατολισμό.
Έχουμε χάσει το νόημα σε «κοινωνίες κόπωσης» και με πολιτικούς και ελίτ ξεσαλωμένες που θέλουν να υποτάξουν τους πολίτες πετώντας τους ψίχουλο από το μεγάλο φαγοπότι μεταξύ τους.
Και ξανά με ζώνουν οι αμφιβολίες. Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει επιθυμία για νόημα. Αντί νοήματος διαπιστώνω να υπερίπταται ένα «να την βγάλουμε καθαρή» με οποιοδήποτε τρόπο. Ο πολίτης μετακινείται από τα ζωτικά ερωτήματα «πού πάει η κοινωνία , «τι είναι δίκαιο, «τι σημαίνει εξέλιξη, «σε ένα ρεαλισμό του τύπου «να κρατήσω τη δουλειά μου», «να αντέξω οικονομικά», «να προστατεύσω την οικογένειά μου», «να μην μπλέξω».
Η Γερμανίδα φιλόσοφος Χάνα Άρεντ μιλούσε για εποχές στις οποίες η δημόσια σφαίρα συρρικνώνεται και οι πολίτες καταφεύγουν σε αυτό που ονόμαζε «ιδιωτικότητα της επιβίωσης». Δεν αποσύρονται γιατί παύουν να σκέφτονται και να ενδιαφέρονται, αλλά επειδή η πραγματικότητα έχει πέσει στο κεφάλι τους και δεν αφήνει χώρο για οτιδήποτε άλλο.
Μόνο «να τη βγάλουμε καθαρή» γιατί το νόημα είναι πολυτέλεια, η πολιτική άχρηστη, μοναδικός στόχος η επιβίωση.
Υπό το πρίσμα του θεραπευτή θεωρώ ότι αυτή η ψυχική στάση δεν είναι απαραίτητα μόνιμη. Συχνά είναι άμυνα. Όταν ο άνθρωπος νιώθει ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα, περιορίζει τις προσδοκίες του για να προστατευθεί. Όταν όμως εμφανιστεί μια μικρή χαραμάδα εμπιστοσύνης ή κοινότητας επανέρχεται η ανάγκη για κάτι περισσότερο.
Φυσικά και υπάρχουν κι άλλοι που ανησυχούν, θυμώνουν, αγωνιούν, προσπαθούν κάτι να γίνει, αλλιώς δεν θα έγραφα, αλλά ο καθένας αυτή τη στιγμή κουβαλάει μόνος του το βάρος της εποχής. Αυτό δημιουργεί την αίσθηση μιας υπαρξιακής μοναξιάς. Ότι αυτή η επίγνωση είναι συνηθισμένη σε περιόδους πολιτισμικής εξάντλησης παρηγορεί μερικές φορές αλλά τις περισσότερες όχι.
Όσοι ανησυχούν βαθύτερα για την εποχή τους συχνά δεν σχηματίζουν εύκολα στρατόπεδα, ή μαζικά κινήματα, μένουν σκόρπιοι. Κάπου υπάρχουν κι άλλοι σαν κι αυτούς, αλλά δεν αποτελούν κοινότητα.
Ο Αλμπέρ Καμί έγραφε ότι σε εποχές κατάρρευσης και ολοκληρωτισμού, προπαγάνδας και βίας το σημαντικό δεν είναι να πιστεύεις ότι θα νικήσεις, αλλά να αρνείσαι να συμμετέχεις στο ψέμα της εποχής. Επαναστατημένος, λέει, είναι ο άνθρωπος που λέει όχι. Προχωράμε.



Εξαιρετικό άρθρο για ακόμη μια φορά κύριε Πανόπουλε!
Η σοβιετΕλλαδα, η πιο αντι-καπιταλιστική / φιλο-σοσιαλιστική χώρα της ΕΕ εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια σύμφωνα με τις διεθνείς μετρήσεις, χρειάζεται έναν πολιτικό σαν τον (άναρχο)φιλελεύθερο Javier Milei στην Αργεντινή, που μέσα σε δύο χρόνια έβγαλε 12.000.000 ανθρώπους από την σοσιαλιστική εξαθλίωση και ηττοπάθεια.
Αυτό όμως δεν πρόκειται να συμβεί ΠΟΤΕ στην σοβιετΕλλαδα, όπου η αγία Αρρωστερά έχει φροντίσει με αδιάκοπο, μαζικο νευρογλωσσικό προγραμματισμό να δαιμονοποίησει τις λέξεις ελεύθερη αγορά, δεξιά, επιχειρηματικότητα, πλούτος, καπιταλισμός, φιλελευθερισμός, και να αγιοποιήσει τις λέξεις σοσιαλισμός, αριστερά, κράτος, δημόσιο.