Ενάντια στην ηττοπάθεια
να μη συνηθίσουμε το κακό
Ζούμε σε μια εποχή όπου το κακό δεν θριαμβεύει με κραυγές, αλλά με τη βεβαιότητα ότι τίποτα δεν αξίζει πια τον κόπο. Το κακό είναι κοινότοπο, είπε η Χάνα Άρεντ. Στις μέρες μας γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνο όταν παύουμε να το αναγνωρίζουμε.
Να διαμαρτυρηθούμε για την επέμβαση στη Βενεζουέλα.
Να υπερασπιστούμε τις διαδηλώσεις στο Ιράν.
Να σταθούμε δίπλα στους Παλαιστίνιους της Γάζας.
Να πάρουμε θέση για το Σουδάν.
Να απαιτήσουμε να σταματήσει ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Και στην Συρία τι συμβαίνει; Στην Υεμένη;
Οι αγρότες;
Πριν τελειώσουμε μια φράση, ανοίγει μια καινούργια πληγή. Πάνω στις προηγούμενες που θάβονται.
Όλο και συχνότερα νιώθω άχρηστος και υποκριτής. Όχι όχι δεν αδιαφορώ, αλλά η υπερφόρτωση με γονατίζει. Το κακό δεν έχει περιοδικότητα, έρχεται ταυτόχρονα από παντού και συνεχώς. Πώς να χωρέσω τα πάντα; Δεν είμαστε φτιαγμένοι για να χωράμε τα πάντα.
Από την άλλη πόσες φορές δεν ακούσαμε τη φράση που σκοτώνει με σιγαστήρα όποιον δεν ασχολείται κάθε μέρα, κάθε βδομάδα με την τελευταία εστία κτηνωδίας: “ναι μιλάς για την τραγωδία στη Γάζα, αλλά δεν λες τίποτα για τον εμφύλιο στο Σουδάν και την μεγαλύτερη ανθρωπιστική καταστροφή στον πλανήτη που συντελείται εκεί”. Συνεχώς μια τραγωδία, ένας πόλεμος, μια συμφορά. Όταν δεν μπορείς να αντιδράς σε όλα σημαίνει ότι είσαι αναίσθητος/η; Ένα από τα ψέματα της εποχής μας είναι ότι η ηθική αξία ταυτίζεται με τη διαρκή, ορατή και καθολική αντίδραση. Με το να είσαι συνεχώς παρόν στην τελευταία πληγή σε οποιοδήποτε μέρος του πλανήτη. Μια απαίτηση απάνθρωπη που αν δεν ενσωματώσεις τρελαίνεσαι απο ενοχές και τύψεις.
Το κακό κερδίζει όχι όταν επιβάλλεται, αλλά όταν αντιμετωπίζεται σαν φυσικό φαινόμενο. Αν κάτι αξίζει να υπερασπιστούμε ακόμη, είναι να μη σταματήσουμε να το αναγνωρίζουμε ως κακό.Το να συνεχίζουμε να λέμε «αυτό είναι άδικο», έστω χαμηλόφωνα, έστω κουρασμένα δεν είναι λίγο. Είναι αντίσταση στη μεγαλύτερη νίκη του κακού: την κανονικοποίηση.
Στην απελπισία ότι είμαι άχρηστος, ένας άοκνος καταγραφέας ανθρώπινων δυστυχιών χωρίς τέλος, στη ματαιότητα να γράφω γι’ αυτές χωρίς να βοηθάω κατ´ ελάχιστο, ο Φ. μου είπε: «το ότι νοιάζεσαι δεν σε κάνει άχρηστο. Σε κάνει ανεξαγόραστο». Δεν είμαι σίγουρος για το τι εννοούσε, δεν ρώτησα, αλλά κάπως ησύχασα, σα να μου είπε κάτι που είχε μέσα του παρηγοριά.
Η πιο έντιμη στάση σήμερα δεν είναι να φωνάζεις, να τρέχεις, να τρελαίνεσαι για όλα, να αγανακτείς με τα πάντα, αλλά να αρνείσαι να τα συνηθίσεις. Να διαλέγεις λίγα και καθαρά «όχι» και να τα κρατάς ζωντανά, ακόμα κι αν ξέρεις ότι δεν αρκούν.
Κι ύστερα, σε κάθε προσπάθεια να αντιδράσουμε, να αντισταθούμε, να καταλάβουμε, να σταθούμε δίπλα, να προσπαθήσουμε έρχεται το «και να αλλάξει κάτι, θα έρθουν χειρότεροι, ή το ίδιο κακοί με τους προηγούμενους, γιατί από πίσω βρίσκονται συμφέροντα και δυνάμεις που καιροφυλακτούν και εκμεταλλεύονται τους αγώνες των πολιτών καταπατώντας τους». Δίνοντας μεταφυσικές ικανότητες στο «κακό», που στην πραγματικότητα αποτελείται από θνητούς σαν κι εμάς, το δυναμώνουμε και μετατρέπουμε τους αγώνες σε μάταιους. Με πνίγει αυτή η στάση ζωής.
Κι εδώ χρειάζεται να είμαστε απόλυτοι: η ηττοπάθεια δεν είναι ρεαλισμός, είναι ιδεολογία. Και μάλιστα από τις πιο αποτελεσματικές του καιρού μας. Το «ακόμα κι αν αλλάξει κάτι, θα έρθουν χειρότεροι» ντύνεται ως εμπειρία, αλλά στην πράξη κάνει κάτι εξόχως ύπουλο: ακυρώνει εκ των προτέρων κάθε δυνατότητα πράξης. Δεν λέει «πρόσεξε», λέει «μην ξεκινήσεις».
Φυσικά και υπάρχουν συμφέροντα. Φυσικά και υπάρχουν δυνάμεις που λειτουργούν στα σκοτεινά. Αυτό ίσχυε πάντα. Αν περίμενε ποτέ η Ιστορία κατάλληλες συνθήκες για να κινηθεί, δεν έμενε για πάντα στήλη άλατος. Το να λες «θα έρθουν χειρότεροι» είναι μια πρόβλεψη που δεν μπορεί να επαληθευτεί χωρίς να δοκιμαστεί το αντίθετο. Κι όμως παρουσιάζεται σαν αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Αυτό δεν είναι ανάλυση, είναι παραίτηση με λογικοφανές περιτύλιγμα.
Όταν απελπίζομαι γυρίζει πάντα στον Κορνήλιο Καστοριάδη που έχει την ικανότητα να με επαναφέρει στην πραγματικότητα της ψυχής: «Το μόνο που θα υπάρξει είναι το νόημα (ή το μη νόημα) που θα είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε εμείς. Κι αυτό το ήξεραν οι άνθρωποι που πέθαιναν στα οδοφράγματα: αυτό που έχει νόημα είναι το γεγονός ότι αγωνίζομαι, όχι το γεγονός ότι δυο αιώνες μετά θα υπάρχει μια τέλεια κοινωνία. Και η τωρινή κατήφεια εκφράζει αναμφίβολα επίσης εν μέρει το πένθος για τον θάνατο αυτής της αυταπάτης ενός παραδεισιακού μέλλοντος.»
Αυτό που ονομάζει «κατήφεια» της εποχής δεν είναι μόνο πολιτική ή ψυχολογική. Είναι πένθος. Πένθος για την απώλεια της ιδέας ότι η Ιστορία έχει happy end. Ότι κάπου μας περιμένει μια τέλεια κοινωνία που θα δικαιώσει εκ των υστέρων κάθε θυσία. Αν πιστεύεις ότι ο αγώνας αξίζει μόνο αν οδηγεί σε τελική λύση, τότε κάθε ήττα σε ακυρώνει. Αν όμως το νόημα βρίσκεται στο ότι αγωνίζεσαι, τότε κανένα «θα έρθουν χειρότεροι» δεν μπορεί να τον ακυρώσει.
Ο κόσμος δεν αλλάζει επειδή κάποιοι δεν κουράστηκαν ποτέ, αλλά επειδή κάποιοι κουράστηκαν και παρ’ όλα αυτά δεν έπαψαν να προσπαθούν και να μιλάνε.
Δεν ξέρω αν αλλάζουμε τον κόσμο. Πολύ φοβάμαι πως δεν μπορούμε να σταματήσουμε το κακό να υπάρχει. Το κακό όμως δεν γίνεται ανίκητο επειδή είναι ισχυρό, αλλά επειδή πείθει τους ανθρώπους ότι είναι αιώνιο. Θέλω να πιστεύω ότι όσο δεν το συνηθίζουμε, κάτι μέσα μας παραμένει καθαρό και ελεύθερο.



Εξαιρετικός!!
Πραγματικά γράφετε ακριβώς με τον τρόπο που θα ήθελα να εκφράσω τις σκέψεις μου! Φανταστικό άρθρο, μακάρι να μπαίνατε στα σχολεία με τον εναν ή τον αλλον τρόπο! Καλή συνεχεια!