1. Δέκα Ταινίες που με αγαπάνε
Και δεν φοβάμαι το σκοτάδι
Κάθε φορά που πηγαίνω στο σινεμά πηγαίνω για να παραδοθώ, να γοητευτώ, για να με κάνει η ταινία ό,τι θέλει. Ακινητοποιημένος, αιχμάλωτος, ξεμυαλισμένος μπαίνω στο σινεμά για να μάθω να μην φοβάμαι το σκοτάδι.
Στις ταινίες όλα λιώνουν: το τραύμα, το γέλιο, ο έρωτας, η πόλη, οι εικόνες, οι λέξεις, η ηρωίδα- πάντα γυναίκα - οι κομπάρσοι, μια καρέκλα, η απελπισία, η πληγή. Όλα γίνονται Ηδονή.
Kαι πάντα η μανία να κάνω τη ζωή να μιλήσει σαν ταινία.
Και πάντα η πρόσκρουση. Δεν με νοιάζει αφού οι ταινίες με αγαπάνε.
Τελικά μπορεί να είμαι μια ταινία που ονειρεύεται ότι είναι θεατής.
«Όταν διαβάζουμε ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας.
Όταν πηγαίνουμε στο σινεμά τον χάνουμε».
(Με αυτές τις ταινίες μοιράζομαι κάτι τόσο προσωπικό όσο και τα ημερολογιά μου.
Οι ταινίες είναι χωρίς σειρά αξιολόγησης)
-Πέρσι στο Μάριενμπαντ (1961), Αλαίν Ρενέ.
Χρόνος και Μνήμη. Καμιά ημερομηνία. Πραγματικότητα και Φαντασία. Παρελθόν, παρόν. Τίποτα δεν είναι βέβαιο. Τι συνέβη στο Μάριενμπαντ; Ο Αλάν Ρομπ Γκριγιέ που έγραψε το σενάριο και ο Αλαίν Ρενέ που το σκηνοθέτησε διαφώνησαν. Κανείς δεν ξέρει.
Ένα μπαρόκ ξενοδοχείο, άδειοι διάδρομοι, καθρέφτες, διακοσμημένες οροφές, ένας αφηγητής: «Άλλη μια φορά προχωράω, άλλη μια φορά στους διαδρόμους, στα σαλόνια, στις αίθουσες, σ΄ αυτό το κτίριο που έρχεται από άλλο αιώνα..».
Έξω σε ένα τεράστιο άδειο κήπο: «Η αιώνια σιωπή αυτών των απέραντων χώρων με τρομάζει». Ο τρόμος του απέραντου άδειου χώρου στον οποίο πέφτουμε για πάντα. Καθαρός τρόμος.
Η Ντελφίν Σερινγκ πανέμορφη, ταριχευμένη σε Chanel μιλάει με κάποιον που είναι σύζυγος; Αδελφός; Εραστής; Ψυχαναλυτής;
Μια ταινία σα σφίγγα που δεν κάνει καν ερώτηση. Μια αργόσυρτη παρτίδα σκάκι που παίζει ο Αλαίν Ρενέ με το Χρόνο.
Ο φυσικός χώρος της γοητείας δεν είναι το φως, αλλά το ημίφως, ή το σκοτάδι.
Δεν θυμάμαι αν την έχω δει αυτή την ταινία, ή αν την έχω ονειρευτεί.
Δεν θα την ξαναδώ ποτέ.
-Άγριες Φράουλες (1957), Ινγκμαρ Μπέργκμαν
Η Μαμά όπως όλοι οι ευφυείς διάβαζε τα πάντα. Ντοστογιέφσκι, την Μάσκα, την Παναγία των Παρισίων σε εκδόσεις Δαρεμά, τη Φόνισσα, Άγκαθα Κρίστι, κάπου υπήρχε κι ένα βιβλίο με κόκκινο μίνιμαλ εξώφυλλο των εκδόσεων Γαλαξίας, που έχει δύο σενάρια του Μπέργκμαν: τις Άγριες Φράουλες και την Έβδομη Σφραγίδα σε μετάφραση Ροζίτας Σώκου. Όταν το διαβάζω ίσως πηγαίνω Δευτέρα γυμνασίου. Ή μήπως μου το έχει δανείσει ο Σάκης αργότερα; Το διαβάζω σα να μπαίνω σε ένα δάσος με σκιές και ομίχλη. Αργότερα σίγουρα θα το κλέψω από ένα βιβλιοπωλείο.
Τη βλέπω μετά από μερικά χρόνια στην κρατική τηλεόραση. Την προλογίζει ο Γιάννης Μπακογιανόπουλος με φωνή που ακούς τα κόμματα και τις τελείες. Αργά και υπνωτιστικά.
O ηλικιωμένος καθηγητής Victor Sjöström είμαι εγώ. Είμαι ένας δεκαεξάρης που ονειρεύεται ότι είναι ένας υπερήλικας που ξαναβλέπει τα παιδικά του χρόνια. Ο Μπέργκμαν γράφει ότι «Το πρόσωπο του Βίκτορ έλαμπε με ένα μυστικοπαθές φως, σα να ανακλάται από μια άλλη πραγματικότητα ... Ήταν σαν ένα θαύμα»
Το εξπρεσιονιστικό όνειρο του καθηγητή θα με στοιχειώσει: μια άμαξα-νεκροφόρα, με δύο μαύρα άλογα, χωρίς οδηγό, πέφτει σε ένα φανοστάτη, μια ρόδα φεύγει κι ένα φέρετρο πέφτει στο δρόμο. Ο καθηγητής το πλησιάζει, ένα χέρι τον τραβάει και φτάνοντας κοντά βλέπει τον εαυτό του.
Ένα φιλμ σε θερμοκρασία Θεού.
-Iron (2004), Κιμ Κι Ντουκ
«Ως προς αυτό για το οποίο δεν μπορώ να μιλήσω έχω την υποχρέωση να σωπαίνω», λέει η περίφημη 7η πρόταση του Βιτγκενστάιν. Το αγόρι και το κορίτσι της ταινίας δεν μιλάνε. Συναντιούνται, ερωτεύονται, ζουν μαζί χωρίς να ανταλλάξουν μία λέξη. Ούτε λέξη. Γιατί έρωτας είναι αυτό που δεν λέγεται, δεν περιγράφεται, δεν έχει λέξεις.
Καθένας βρίσκει έναν άνθρωπο για να τον σώσει ή να τον καταστρέψει.
Ο έξω κόσμος μια παρατεταμένη κακοφωνία. Οι δύο ερωτευμένοι αποσυρμένοι σε ένα ζεν αμπιεντ περιβάλλον. Να είναι η κοινοτοπία του αισθήματος το τελευταίο καταφύγιο;
Το τέλος είναι το πιο ονειρικό περίεργο πανέμορφο menage a trois που έχω δει ποτέ.
Ο Κιμ Κι Ντουκ είναι Ποιητής.
Ευτυχώς που υπάρχουν ασιάτες σκηνοθέτες για να βλέπουμε σήμερα κινηματογράφο αλλιώς τι θα γινόμαστε όλοι εμείς που μεγαλώσαμε και βρίσκουμε την πραγματικότητα λίγη.
-To κουρδιστό Πορτοκάλι (1972), Στάνλει Κιούμπρικ
Το 13 είναι τυχερό για κάποιους. Ο Κιούμπρικ σκηνοθετώντας 13 ταινίες ξαναδημιούργησε 13 φορές το σινεμά.
Προτού γίνουμε τουρίστες της συμφοράς στα Δελτία των 8 ο Κιούμπρικ έδειξε ότι η βία τρώει ζωντανή τη Δύση που η συμπεριφορά της γίνεται όλο και πιο παράλογη.
Ο Άλεξ κλέβει, χτυπάει και τρομοκρατεί. Φοράει μάσκα με μακριά μύτη, βιάζει και τραγουδάει το singing in the rain. Μια οργουελιανή προειδοποίηση. Απανθρωποποίηση.
Η σκηνή που σε μια προσπάθεια σωφρονισμού του νεαρού Άλεξ ένας γιατρός τον αναγκάζει, κρατώντας τα μάτια του ανοιχτά με τσιμπίδες, να παρακολουθήσει σκηνές φρικτής βίας και στάζοντας συνεχώς σταγόνες στα μάτια του για να μένουν ορθάνοιχτα φτάνοντάς τον στη ναυτία μού δημιούργησε την ίδια αντίδραση όταν βρίσκομαι μπροστά ακόμα και σε υποψία βίας- νιώθω ναυτία.
Ηθικό Δίδαγμα: Για να αγαπήσουμε την ανθρωπότητα πρέπει πρώτα να νιώσουμε τον Άλεξ ως σάρκα εκ της σαρκός μας. Για να αλλάξεις το μοντέρνο κόσμο πρέπει πρώτα να μάθεις να τον αγαπάς ολόκληρο. Και παράφορα.
-Sunset Bvd (1950), Μπίλι Γουάιλντερ
Η κινηματογραφοφιλία σε ντελίριο.
To Sunset Bvd είναι το flip side του Πολίτη Κέιν. Ο Τσάρλς Φόστερ Κέιν είναι η Νόρμα Ντέσμοντ με παραισθήσεις μεγαλείου: η καρδιά του Αμερικανικού Ονείρου αιμορραγεί. Σκιές, ματαιοδοξία, εξουσία. Η Αμερική πέφτει στον ψυχαναλυτικό καναπέ και δεν θα ξανασηκωθεί ποτέ.
Η Νόρμα Ντέσμοντ: η τελευταία χολιγουντιανή αυτοκράτειρα σαν ηλικιωμένη drag queen. Μελαγχολική ντίβα και καρτούν. Μια γυναίκα που υποφέρει, ένας καθρέφτης που ουρλιάζει. Φυσικό φαινόμενο, φυσική (αυτό)καταστροφή.
Λέει: I am big. It's the pictures that got small.
Λέει: They took the idols and smashed them, the Fairbankses, the Gilberts, the Valentinos! And who've we got now? Some nobodies!
Λέει: We didn't need dialogue. We had faces!
Ω! Shut up, I'm rich! I'm richer than all this new Hollywood trash! I've got a million dollars.
Και τέλος ένα γκρο πλαν που γίνεται ασφυκτικό και διαλύεται σαν σούπερ νόβα. Απευθύνεται στον πατέρα της την (κινηματογραφική) Κάμερα, στον σκηνοθέτη της, στους θεατές της, στο κοινό της, στους πιστούς της, στο σαρκοφάγο θηρίο:
«Και σου υπόσχομαι ότι δεν θα σε εγκαταλείψω ποτέ ξανά, γιατί μετά τη "Σαλώμη" θα κάνουμε άλλη μια ταινία και άλλη μια ταινία. Βλέπεις, αυτή είναι η ζωή μου! Πάντα θα είναι! Τίποτα άλλο! Μόνο εμείς, οι κάμερες, και αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι εκεί έξω στο σκοτάδι!... Εντάξει, κ. Ντεμίλ, είμαι έτοιμη για το κοντινό μου πλάνο».
Δεν θα αφήσουμε ποτέ τη Νόρμα γιατί «κανείς δεν αφήνει ποτέ μια Σταρ. Αυτό είναι που κάνει κάποιον Σταρ».
Ασανσέρ για Δολοφόνους (1958), Λουί Μάλ
Τη βλέπω στο πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό. Στο Παρίσι. Ο Κώστας που με φιλοξενεί φεύγει για τα βουνά με τον καινούργιο του έρωτα. Κάνω baby sitting στον Ντομινικ που μεθυσμένος ακούει Dalida. Εγώ μεθάω από τη Ζαν Μορώ στην τηλεόραση που περπατάει βράδυ στους δρόμους του Παρισιού ψάχνοντας τον Μορίς Ρονέ.
Πάνω σε μαύρα τακούνια, προχωράει, στέκεται σε βιτρίνες, μπαίνει στο καφέ που συχνάζει, όχι δεν φάνηκε απόψε, εύθραυστη περνάει ανάμεσα σε αυτοκίνητα, φωνάζει Ζυλιέν έναν άγνωστο άντρα που του μοιάζει, θάπρεπε να βρέχει αλλά δεν βρέχει, το σαξόφωνο του Μάιλς Ντέιβις εγγράφεται κατευθείαν στα σπλάχνα. Θα μπορούσα μια ζωή να τη βλέπω να περπατάει. Μια Εικόνα σε κίνηση. Αμακιγιάριστη, ένας πάγος που κοχλάζει. Η κάμερα είναι ο πραγματικός εραστής της και πίσω από αυτήν ο σκηνοθέτης Λουί Μάλ τρελά ερωτευμένος με την πρωταγωνίστρια και ερωμένη του.
Je t΄ aime je t’ aime σα να ξεψυχάει. Φυσικά. Στον Μορίς Ρονέ το απευθύνει.
Στα ενδιάμεσα των γυρισμάτων η Ζαν Μορώ ακούει στο στούντιο που ηχογραφεί τον Μάιλς Ντέιβις να αυτοσχεδιάζει πίνοντας σαμπάνια. Cool.


