Γιατί σταματήσαμε να ερωτευόμαστε;
Ασφαλείς ζωές, άδεια κρεβάτια
Ένας θεραπευόμενός μου γύρω στα τριάντα πέντε, με πανεπιστημιακούς τίτλους, στέλεχος σε μεγάλη εταιρία, έξυπνος, όμορφος, «του κόσμου» όπως λέγαμε κάποτε, μού είπε σχεδόν απολογητικά ότι ζήτησε από την τεχνητή νοημοσύνη να τον βοηθήσει να γράψει ένα μήνυμα με «αισθηματική χροιά» στη γυναίκα που είναι ερωτευμένος γιατί δεν έβρισκε τις λέξεις, δεν μπορούσε να εκφραστεί συναισθηματικά. Δεν το άκουσα ως ευκολία ούτε ως φυγή. Το άκουσα ως αγωνία. Κάποιος μπροστά σε μια κλειστή πόρτα που ψάχνει κλειδί.
Ζούμε στην εποχή που ο έρωτας δεν απειλείται από καταπίεση αλλά από δισταγμό. Δεν μας τον απαγορεύει κανείς- τουλάχιστον ακόμα- όμως δεν ξέρουμε πώς να τον μιλήσουμε. Ή μήπως δεν έχουμε τις λέξεις επειδή έχουμε ξεχάσει να ερωτευόμαστε;
Οι άνθρωποι συνεχίζουν να ερωτεύονται, να ελπίζουν, να απογοητεύονται όπως πάντα αλλά φοβούνται να παραδοθούν σ’ αυτά που ζητάει ο έρωτας: ρίσκο και έκθεση. Ναι, έχουμε μάθει να διαχειριζόμαστε τα πάντα σαν project – σώμα, επαγγελματική ζωή, εικόνα, ακόμα και σχέσεις. Μόνο που ο έρωτας είναι αντι-project: δεν έχουμε κανένα έλεγχο πάνω του.
Υπάρχει και κάτι άλλο: τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε μια κουλτούρα «ασφάλειας». Μην πληγωθείς, μην εκτεθείς, μην εξαρτηθείς, μη ζητήσεις βοήθεια. Οι νέες γενιές φοράνε πανοπλίες πριν καν εμφανιστεί ο «εχθρός». Ο έρωτας όμως μοιάζει με άγριο άλογο στο ροντέο: προσπαθείς να το δαμάσεις και εκείνο σε πετάει χωρίς έλεος. Ο έρωτας σήμερα μοιάζει επαναστατικός και οι νέες γενιές δεν είναι διατεθειμένες να πληρώσουν το κόστος του.
Υπάρχει σύγχυση ανάμεσα στην αυτονομία και στην αυτάρκεια. Η αυτονομία έχει ανοιχτωσιά, η αυτάρκεια είναι άμυνα μεταμφιεσμένη σε αρετή. Λέμε «δεν χρειάζομαι κανέναν» ενώ στην πραγματικότητα λαχταράμε να είμαστε με κάποιον. Ο Ζίγμκουντ Μπάουμαν, ο Πολωνός κοινωνιολόγος και στοχαστής το ονομάζει «ρευστή αγάπη»: δεσμούς με ημερομηνία λήξης, που η έξοδος είναι πιο εύκολη από την παραμονή. Καμία ερωτική ιστορία όμως δεν γράφτηκε με σχέδιο απόδρασης.
Και μέσα σε αυτό το κλίμα, υπάρχει μια πλευρά που σπάνια ακούγεται: είναι η μοναξιά και ο φόβος των αντρών. Οι περισσότεροι άντρες μεγαλώνουν ανάμεσα σε αντιφατικά πρότυπα, με δύο διαφορετικούς τρόπους να τους λένε τι σημαίνει άντρας και να μην ξέρουν ποιον να ακολουθήσουν. Από τη μια το παλιό μοντέλο του «ισχυρού, σιωπηλού αρσενικού» που δεν ζητάει, δεν έχει ανάγκες, δεν εκτίθεται. Από την άλλη, η νέα εποχή που ζητάει συναισθηματική διαθεσιμότητα, ευαισθησία, ισοτιμία. Ανάμεσα σε δύο ουρανοξύστες ο άντρας προχωράει σε ένα τεντωμένο σχοινί με τον αέρα να δυναμώνει.
Και οι ματαιώσεις συσσωρεύονται. Κάθε απόρριψη, κάθε ghosting, κάθε ραντεβού που μένει στην επιφάνεια, χτίζει την πεποίθηση: «καλύτερα να μην μπω καν στον κόπο». Η κούραση γίνεται ηττοπάθεια. Η αποφυγή της εγγύτητας μοιάζει επιλογή επιβίωσης. Στις συνεδρίες συχνά οι άντρες είναι εξαντλημένοι από τις ματαιώσεις. Και οι γυναίκες φυσικά, που νιώθουν αόρατες. Άντρες γυναίκες έχουν ξεχάσει να μεταφράζουν την επιθυμία τους στην απλή φράση «θέλω να σε δω», «θέλω να σε ξαναδώ». Ο έρωτας αντιμετωπίζεται σαν επένδυση υψηλού ρίσκου- με μηδενική ανοχή στην απώλεια.
Πολλοί άντρες δεν έχουν λεξιλόγιο για την οικειότητα. Δεν ξέρουν πώς να πουν «σε σκέφτομαι», «φοβάμαι», «μου έλειψες» χωρίς να νιώσουν γελοίοι, αδύναμοι, ή λίγοι. Κι έτσι προτιμούν τη σιωπή, την απόσταση, την ασφαλή ουδετερότητα παραβλέποντας την τεράστια δίψα τους για σύνδεση.
Μεγάλωσα αλλιώς. Στην εφηβεία μου τα Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου του Ρολάν Μπαρτ ήταν το απόκρυφο Ευαγγέλιό μας: ο ερωτευμένος είναι δικαιωματικά αδέξιος, αντιφατικός, υπερβολικός. Ο έρωτας δεν είναι βιογραφικό επιτυχιών αλλά ημερολόγιο ευαλωτότητας. Ήμασταν ερωτικοί Άγιοι Σεβαστιανοί που απολαμβάναμε την μέθη και τα βέλη του έρωτα - αγόρια κορίτσια. Διαβάζαμε τον Παβέζε «θα έρθει ο θάνατος και θα ’χει τα μάτια σου» και η σκοτεινή ένταση ήταν η αυτονόητη γλώσσα της ζωής. Η ίδια φράση τώρα μοιάζει θεατρική, επιτηδευμένη, άβολη, σχεδόν ύποπτη, cringy.
Γι’ αυτό η τεχνητή νοημοσύνη έγινε ο νέος «φίλος που υπαγορεύει γράμματα», ένας σύγχρονος Συρανό που δανείζει φωνή σε όσους νιώθουν αλλά δεν ξέρουν πώς να εκφραστούν. Όπως ο αδέξιος Κριστιάν στεκόταν κάτω από το μπαλκόνι της Ρωξάνης και δανειζόταν τις λέξεις ενός άλλου για να φανεί αντάξιος του έρωτά της, έτσι κι ο σημερινός εραστής καταφεύγει σε μια μηχανή για να μεταφράσει τα αισθήματα σε γλώσσα. Μόνο που γεννιέται ένα άβολο ερώτημα: όταν ο έρωτας μιλάει με δανεική φωνή, ποιος ερωτεύεται ποιον; Η ΤΝ γίνεται εργαστήριο μεταμφίεσης της τρυφερότητας, προσφέρει ασφάλεια εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει αβεβαιότητα, επιφυλακτικότητα εκεί όπου θα έπρεπε να υπάρχει ανατριχίλα. Κι έτσι ο έρωτας, που ζητάει αυθεντικότητα, καταλήγει να παίρνει μια διορθωμένη εκδοχή του εαυτού μας, σαν γράμμα καλογραμμένο αλλά όχι χειρόγραφο.
Ανήκω φύσει και θέσει σ’ εκείνους που πιστεύουν στο Δόγμα ότι τα λάθη είναι κομμάτια της βιογραφίας μας, ότι η βλακεία είναι μια περιστασιακή μοίρα από την οποία δεν γλιτώνει κανείς, ότι η αδυναμία στον έρωτα ισούται με τίτλο τιμής. Λέω συχνά σε όσους φοβούνται να εκτεθούν: καλύτερα μια αδέξια εξομολόγηση από μια άψογη σιωπή.
Γράφοντας αυτές τις σκέψεις μου έρχονται στο νου ατάκες από το Πριν το Ξημέρωμα του Λινκλέιτερ, με τον Ίθαν Χοκ και την Ζυλί Ντελπί. Δύο άγνωστοι μιλούν όλη τη νύχτα στη φωτογενή Βιέννη. Δεν ανταλλάσσουν τη δύναμή τους, αλλά γρατσουνιές και πληγές- ανέμελα, ανοιχτά, χωρίς προστατευτικό δίχτυ. Σήμερα μια τέτοια νύχτα- μάλλον απόγευμα- περνάει από φίλτρα ασφάλειας, έχει red flags, πολλή αμηχανία, δισταγμούς και απαιτήσεις. «Πάντα νιώθω την πίεση να είμαι ένα ισχυρό και ανεξάρτητο σύμβολο της γυναικείας φύσης, χωρίς να φαίνεται ότι όλη μου η ζωή περιστρέφεται γύρω από κάποιον άντρα. Αλλά το να αγαπάς κάποιον και να σε αγαπούν σημαίνει πολλά για μένα. Πάντα κοροϊδεύουμε κάτι τέτοια. Αλλά δεν είναι όλα όσα κάνουμε στη ζωή μας ένας τρόπος για να μας αγαπήσουν λίγο περισσότερο;»
Ο έρωτας πέθανε; Ή χάσαμε τη γλώσσα του; Χωρίς γλώσσα, η επιθυμία μένει βουβή, σαν εκείνο το γράμμα που δεν ταχυδρόμησες, σαν εκείνο το μήνυμα που δεν έστειλες και μετανιώνεις που δεν τόλμησες κι ο Άλλος δεν έμαθε ποτέ.
Χρειάζεται να ξαναδώσουμε στους εαυτούς μας την άδεια για αδεξιότητα. Να θυμηθούμε πως η οικειότητα δεν είναι παράσταση αλλά συνάντηση δύο ατελειών. Ότι το «σε χρειάζομαι» δεν είναι εξάρτηση αλλά γενναιότητα.
Αν ο θεραπευόμενός μου καταφέρει τελικά να στείλει εκείνο το μήνυμα, έστω γραμμένο με τη βοήθεια μιας μηχανής θα έχει κάνει ένα μικρό άλμα προς την ανθρώπινη πλευρά του. Το επόμενο βήμα είναι να μάθει να μιλάει χωρίς δεκανίκια. Να πέσει στη θάλασσα χωρίς να υπολογίσει το βάθος της.
Γιατί ο έρωτας, έγραψε ο Μπαρτ, δεν ζητάει τις σωστές λέξεις. Ζητάει φωνή. Ζητάει το «σε θέλω» κι ας πέσω στο γκρεμό. Γιατί πέφτοντας θα πετάξω.



απ τα πιο όμορφα κείμενά σου.
Αχ βρε αγαπημένε μου πόσο πια καλύτερα να τα εκφράσει κάποιος αυτά που δυστυχώς συμβαίνουν στις ψυχές των ανθρώπων…